Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

ΠΡΟ ΣΧΕΔΙΟ αλλά δεν έχει ΜΕΤΑ

με τρώει …η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι... όλο αυτό που συμβαίνει γύρω μας τέλος πάντων κι ακούω από αριστερούς, δεξιούς, θρησκευόμενους, φανατικούς, εναλλακτικούς, λογικούς και διάφορους άλλους να καταλήγουν όλοι αν κι όχι μαζί, σε αυτό που έρχεται: the end of the world as we know it

και ανησυχώ μήπως αργά ξεκίνησα (ή ξαναξεκινάω
Δεν έχει καμία σημασία.
Είναι αυτή η απίστευτη συνέχεια από τον άνθρωπο των σπηλαίων μέχρι «εμένα». Κρίκο-κρίκο. Μη γραμμική, μη λογική, μη ζυγίσιμη.
Εχθές εποχούμενη, σκέφτηκα την τέχνη ως την συμπύκνωση της καλοσύνης του λάθος κόσμου μας (όπου «καλοσύνη» = όλη η δυνατότητα αρμονίας, αλήθειας κι εξέλιξης. Όπου «λάθος κόσμος» = χρεοκοπημένο σύστημα, μη λειτουργικό, αυτοκαταστροφικό. Ένα γερασμένο είδος που ακόμα πιπιλάει το δάχτυλό του και μάλιστα καταφέρνει να κρύβεται πίσω από αυτό).

Και επιχείρησα να βρω μία εικόνα που να λειτουργεί ως παρομοίωση της πορείας της ανθρωπότητας. Κατέληξα στο σκαρίφημα ενός χορευτικού σόλο (όλα αυτά, εγώ, μόνη μου):

Μια φορά κι όλους τους καιρούς, ήταν μία μπαλαρίνα: η ανθρωπότητα.
Χωρίς να ασχοληθούμε με το ερώτημα αν μπαλαρίνα γεννιέσαι ή γίνεσαι, πηδάμε κατευθείαν στην στιγμή που η πνευματική της μητέρα, η Ιστορία, της κάνει δώρο μία τουτού: την Αναγέννηση.
Η μικρή μπαλαρίνα ήδη χαριτωμένη, έχοντας παράλληλα κατακτήσει τα εκφραστικά της μέσα, αρχίζει να καμαρώνει (η τουτού της δίνει την αυτοπεποίθηση που της έλειπε).
Το εγώ της στολίζεται και κάποια πράγματα δεν χωρούν πια στο …κορμάκι της. Ξεχειλίζουν. Εφηβεία, έαρ, ορμόνες, εισαγωγή, προοπτική, βάθος πεδίου.
Αρχίζει τις πιρουέτες και τις απολαμβάνει. Μάλλον απολαμβάνει ήδη την κορύφωση, το κρεσέντο που μας επιφυλάσσει. Μέχρι όμως να μας οδηγήσει στο φινάλε, μας αφήνει άναυδους καθώς η κύκνειας τελειότητας αέρινες κινήσεις των άκρων της, αποκαλύπτουν σχίζοντας το σκηνικό, πινελιές του Μποτιτσέλι από την Άνοιξη. Στα γαζέλας άλματα την άρουν αόρατοι σκλάβοι του Μικαλάντζελο και την προσγειώνουν θροΐζοντας αγγελάκια του Τιέπολο. Συνεχίζει να στροβιλίζεται, να σαρώνει τη δίχως άκρα κι όρια σκηνή, αφήνοντας ως ίχνη της χαράς και της ενέργειας της όλα τα έργα, τα δημιουργήματα, τις ανακαλύψεις και τις εφευρέσεις, παρουσιάζοντας μας τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.

Κάποια στιγμή έπρεπε να σταματήσει, να πάρει ανάσα, να σκεφτεί και να συνεχίσει ανάλογα.
Δεν το έκανε. Συνέχισε καθώς κάθε στιγμή έχει μέσα της άπειρες επόμενες στιγμές "πάρε και μη δώσεις - ξόφλησε με δόσεις", έτσι κι αλλιώς έπεται πάντα μια άλλη, αλλά άλλες είναι σωστές, άλλες λάθος, άλλες παγίδα.
Η μπαλαρίνα διαιώνισε την στιγμή, επαναλαμβάνοντας κι απολαμβάνοντας την παγίδα (ανάμεσα σε πολλά άλλα, αυτό κατέστρεψε και την πανίδα)
Ναρκισσεύτηκε, ξέχασε τι την έκανε να ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ να χορεύει και συνέχισε να χορεύει αναπαράγοντας τον εαυτό της την στιγμή επίπλαστης τελειότητας και αληθινής αρχικά και πάντως ευφορίας, από – δυστυχώς – έπαρση αντί διαύγειας. (η κορύφωση είναι καλός στόχος αν είναι κινητός στόχος, η εμμονή στη κορυφή είναι εγγύηση αποτυχίας και η παραμονή εκεί τρόπος ισοπέδωσης)
Το αντιλήφθηκε κάποια στιγμή και το παραμέρισε, πέρασε τα όρια της για να το αποφύγει, έβλεπε ότι δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσει να παραβλέπει το λάθος της, πείσμωσε, θύμωσε, χωρίς να θέλει μετάνιωνε: έτσι διχάστηκε : οι τύψεις της ήταν η κορωνίδα της τέχνης της, τα επιχειρήματα της άλλης της πλευράς ήταν αλαζονικά αλλά αξιοθαύμαστα: η βιομηχανική/ σύγχρονη εποχή = ΜΠΟΡΩ.
Είναι πια στην σκηνή δύο μπαλαρίνες; Ή μόνο η αρχική και η σκιά της; Ή το καθρέφτισμα;

[Ή αμέτρητοι κλώνοι που όμως εξελίσσονται σε διαφορετικές τροπές, πχ εργασιομανής με αντρικά ρούχα που προσπερνάει τη φύση της, ήρεμη γιόγκι που υπερβαίνει την θέση της, ακτιβίστρια εθελοντής σε άλλη ήπειρο, τρομοκράτης στην πρωτεύουσα του εχθρού, υπέρβαρη Αμερικανίδα που κανείς ψυχαναλυτής δεν της εμπιστεύεται το λεπτεπίλεπτο ντιβάνι του, θύμα της νευρικής ανορεξίας που δίνει συνεντεύξεις, γκατζετάκιας, σαδομαζοχίστρια, βαθιά θρησκευόμενη, φανατική οπαδός του οτιδήποτε]

Όπως και να έχει το πράγμα, μαζί με την πρόοδο, χάθηκαν κάποια πράγματα και εμφανίστηκαν κάποια άλλα.
Νέοι τρόποι χορού (& πάλης) είναι αναγκαία.
Η μπαλαρίνα δεν είναι πια χαριτωμένη, ούτε κοριτσάκι, αλλά την έχουν κατακτήσει τα μέσα της. Νευρώδης στο κορμί και την ενέργεια, χωρίς να χρησιμοποιεί πια ναρκωτικά για να το καταφέρνει αυτό, αλλά εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα. Η τουτού είναι φουτουριστικής αισθητικής αλλά και λειτουργίας: εκτός από επίθεμα για τη διακοπή του τσιγάρου, έχει ενσωματωμένο έναν ασύρματο μηχανισμό που καταγράφει και καταμετρά το πλήθος, το είδος, την ταχύτητα και γενικά κάθε ποιότητα των κινήσεων της σε έναν υπολογιστή.
Έπιασε τον εαυτό της να προσπαθεί να ξεγελάσει το μηχάνημα κι από μία στιγμή απόλυτης ακινησίας και προκλητικά εκτός βάρους ισορροπίας να περνάει απότομα σε έναν φρενήρη αυτοσχεδιασμό «είμαι ο πρωταθλητής βαρέων-βαρών του μποξ και κάνω προπόνηση – όχι προθέρμανση για τον παγκόσμιο τελικό – όχι είμαι στο παρά ένα να αποτελειώσω τον αντίπαλο μου συμπεριφερόμενη στο θώρακά του σαν σάκο του μποξ»
Στην αρχή έριχνε κλεφτές ματιές στην οθόνη να διαπιστώσει τα μποφόρ των διακυμάνσεων που πετύχαινε στα γραφήματα. Αυτό της θύμισε τα πρώτα μαθήματα μπαλέτου και τις κλεφτές ματιές στον καθρέπτη. Η αρχή; Απέδιωξε την ανάμνηση και συγκεντρώθηκε
Ο ιδρώτας κυλούσε, εκείνη κλωτσούσε και γλιστρούσε, πάλευε να σταθεί, στεκόταν να παλεύει. Ο μετρητής ΠΥΞ (της πυγμής, την πυγμή, ω! στιγμή) είχε τρελαθεί. Και η ίδια. Κάηκε στο ζέσταμα.

Η ανθρωπότητα κατέκτησε τα μέσα της και στη συνέχεια κατακτήθηκε από αυτά.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

συζητούν ένας Πόντιος, ένας Έλληνας κι ένας ...άνθρωπος

Λέει ο πρώτος:
Να κάνουμεν επανάστασιν!
Λέει ο δεύτερος:
Ποιός μωρέ, θα κάνει επανάσταση;
Και λέει κι ο τρίτος:
Και για ποιους θα την κάνει;

Είναι η καρτερικότητα αρετή;

Είναι η καρτερικότητα αρετή;

ή απλά ένας τρόπος να καταλήξεις μία ζωγραφιά σε έναν τοίχο;


Αντί να καταφέρω να απαντήσω στο ερώτημά μου, παρήγαγα μία ατελείωτη σειρά ανάλογων ερωτημάτων:

είναι η αποφασιστικότητα αρετή;

η ορμή;

η εγκράτεια;

η ευθύτητα;

η τόλμη;

η εξωστρέφεια;

η εσωστρέφεια;

.

.

.

κλπ


(Σε ένα βιβλίο που μου είχε δανείσει η Χαρούλα, "Μαθήματα Κολύμβησης" του Γκράχαμ Σουϊφτ, είχε τώρα που το σκέφτομαι μία πολύ ωραία ανάλυση του θάρρους με ερωτηματικό - καλύτερα ίσως θα ήταν να διάβαζες εκείνο αντ' αυτού)




Θέλω να πω, κατ' ανάγκην δίνουμε ονόματα σε όλα, καθώς χρειαζόμαστε μία λαβή για να τα πιάνουμε, αλλά συχνά καταλήγουμε να πιανόμαστε εμείς

(λαβές - λαβώνομαι, όπως βολή - βολεύτηκα και τελική βολή που με αποτέλειωσε)


Ερχόμαστε και βαπτίζουμε κατόπιν εορτής. Χάριν παραδείγματος:
Γι' αυτό και πολλά πράγματα έχουν περισσότερα από ένα όνομα...

(η φωτογραφία είναι ένα ωραίο καταφύγιο από αυτή την ιστορία)

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

ποιες λέξεις είναι καλό συναπάντημα; (αν κάνω χρήση λέξεων που δεν υπάρχουν, μήπως έχω χαθεί;)

επαν-εισαγωγή στο θαύμα του κόσμου (η συγκυρία)

το σύμπαν ψιθυρίζει, όταν άλλοι αγγελιοφόροι θα φώναζαν
κάτι παραπάνω ξέρει κι είναι σύμπαν

άκουσα τα νέα για μία που δεν ήξερα (πρώην κυρία) που αφαίρεσε τη ζωή της
πέρασε τη φορτωμένη πέτρες τσάντα της στο λαιμό της (της η τσάντα, της ο
λαιμός, της δύο παιδιά, της ένας σύζυγος που προσπαθούσε να βοηθήσει,
της η ανεργία, της η ανημπορία, της η απόγνωση η οποία ήταν και η διάγνωση) κι
έπεσε
"φούνταρε"

μίλησα (η κυρία σου) με ένα κορίτσι (το δεσποινάριο)
με μία λαχτάρα κάτι λιγότερο από αλτρουιστική, να τη σώσω από τα λάθη μου

μου μίλησε μία γυναίκα χωρίς ηλικία, γερασμένη και κοριτσάκι, φυτοζωεί
χημικά υποστηριζόμενη, περιφερόμενος φάρος ματαίωσης (η α-κυρία)
η αδέσποτη/της γάτα, έχει ημι-αποβάλλει ένα γατί, κρέμεται πίσω της.
"έχεις το τηλέφωνο του κτηνίατρου;" "θα τον πάρω αύριο το απόγευμα, τα
πρωινά δεν είμαι πολύ καλά μωρέ, νυστάζω, έχω πονοκέφαλο..."


ψιθύριζε το σύμπαν με δανεικές φωνές ιστορίες:
μία κόρη κάποτε, γιαγιά πια, που η μητέρα της πέθανε ξαφνικά και της
έφεραν στο σχολείο μαύρα ρούχα να φορέσει, "βάλτα τα σκασμένα"

μια γιαγιά, που στα 16 γλίτωσε τον βιασμό από το γονέα της, εξαντλώντας
αυτοστιγμεί το απόθεμα σθένους που της αναλογούσε δια βίου κι απέμεινε
πράα και παραπονεμένη κι απένειμε ζωή - παιδιά κι εγγόνια

μία μοναχοκόρη που βρήκε μία άλλη μοναχοκόρη, αλλά ολόιδια και ήταν
αδέρφια και τις είχαν χωρίσει "πλέον απαγορεύεται να υιοθετούνται χωριστά
τα δίδυμα..."

κι οι ψίθυροι με υπερβαίνουν και η αναπαραγωγή τους μου φαίνεται ύβρις,
προδίδω μυστικά Τιμωρία

:η αρνησικυρία μου αίρεται από την επικύρωση της δικής μου διάγνωσης:
είμαι άρρωστη,
ή έχω μέσα μου μία ξένη, ή έχω τυλίξει τον εαυτό, σε ένα κουκούλι μίας άλλης
"ύπαρξης" κατασκευασμένης
έτσι ή αλλιώς, είμαστε πια σιαμαίες και αποφάσεις πρέπει να παρθούν :
μένουν ως έχουν τα πράγματα κι όσο πάνε;
εγχειριζόμαστε;
αν ναι, ποιο από τα δύο πλάσματα θα πάρει την προτεραιότητα "σωτηρίας", ύπαρξης;

Κι ενώ ετοιμάζομαι για τη νάρκωση, ο αναισθησιολόγος (υποθέτω) μου εξηγεί:
δεν μπορώ να σας ναρκώσω
είστε ήδη ναρκωμένη
να σας αφυπνίσω πρέπει
Ρωτάω πότε κιόλας τέλειωσε η εγχείρηση, δεν κατάλαβα τίποτα - δεν θυμάμαι
Η καταστάσή σας, μου απαντά, δεν έχρηζε ουδέποτε εγχείρισης, παρά μόνο
αφύπνισης
Δεν έχετε πρόβλημα, δεν σας έχει προσβάλλει καμία νόσος

Έχω -λέει- απλά φτιάξει μία άλλη ώστε εκείνη να μαλώνουν, να λοιδορούν και
να πληγώνουν οι άλλοι ή τέλος πάντων κάτι τέτοιο έχω καταλήξει να νομίζω,
αλλά από το πολύ το λέγε-λέγε, απέκτησε στο κλειστό μου κύκλωμα μία
οντότητα η δημιουργία μου κι άρχισα να τη ζηλεύω, γιατί εκείνην προτιμούν
όλοι, εκείνην παινεύουν, αγαπούν, θαυμάζουν κι εγώ πάλι ανέγγιχτη μένω

Και ποια είναι η θεραπεία πια; ρωτάω τον κύριο που δεν είμαι πια και πολύ
σίγουρη για το ποιόν του

Πια, αν δεν πιάσουν οι συμπαντικοί ψίθυροι που οφείλω να πω, είναι σε
πειραματικό στάδιο, θα στραφούμε αναγκαστικά στην κλασική ιατρική, μου απαντά
Δηλαδή;
Δύο χαστούκια, απαντάμε με μία φωνή, ο ανύπαρκτος κομπογιαννίτης κι εμείς.

(συνεχίζεται;)

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

2010, Κυριακή, η πρώτη του Μάρτη



Θα ήθελα μία λακ συναισθημάτων
Αυτή τη χαρά που έχω σήμερα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, να την ...φιξάριζα
σαν ένα "επιμελώς ατημέλητο" χτένισμα.

( κι ήδη αυτό μου δημιουργεί μία κάποια μελαγχολία - ανασταλτική
Σαν τις επετείους που ξεχνάω )