Μπήκε στο μαγαζί ένας μικρούλης σπουργίτης. Κάθισε πρώτα στο πιο ψηλό από τα πέντε ράφια. Οι δύο γάτες μου αφιονίστηκαν. Η Πούδρα πήδηξε στο τρίτο ράφι, στο σετ του λικέρ από φυσητό γυαλί. Τα ποτηράκια αμφιταλαντεύτηκαν στον ψηλό λαιμό τους σαν αμήχανες καμηλοπαρδάλεις, αλλά σώθηκαν.
Κατέβασα τη γάτα.
Το σπουργίτι κατευθύνθηκε στα παιχνίδια. Πάλι στο ψηλότερο ράφι. Κάθισε πάνω στο κεφάλι μίας μικρής πάνινης αγελάδας. Ο φωτογράφος μέσα μου πρόλαβε να χαμογελάσει.
Προσπάθησα να διώξω την Πούδρα και το σπουργίτι ξαναπέταξε για να προσγειωθεί αυτή τη φορά πάνω στο κλαράκι της ορχιδέας. Ο φωτογράφος μέσα μου πρόλαβε να συγκινηθεί από το ταμπλό βιβάν στυλ ζαποναί και συνέλεξε άλλη μία φωτογραφία "ατράβηχτη".
Η Βιόλα, η άλλη γάτα διέσχισε το χώρο τιμώντας τη φύση του αιλουροειδούς, πήδηξε στο γραφείο και πήρε θέση σκόπευσης. Την άρπαξα, τίναξε τα πόδια της, έσπρωξε τη βάση του σελοτέιπ, μεταλλική και βαριά έπεσε στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου. Δεν πρόλαβα να πονέσω όσο ήθελα.
Το πουλί επιτέλους είδε το φως και κατευθύνθηκε στο "έξω", αλλά δυστυχώς χαμηλά. Η Πούδρα εμφανίστηκε από το πουθενά και το άρπαξε. Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτε, το πήρε κι έφυγε.
Επέστρεψε λίγο αργότερα, ξάπλωσε στην πόρτα, πλύθηκε και χουζούρεψε στον ήλιο. Εγώ έβαλα οξυζενέ στο μεγάλο δάχτυλο που αιμορραγούσε και έμοιαζε να έχει αυτονομηθεί από τον πόνο.
(Το νεαρό σπουργίτι είχε φωλιά δίπλα στο μαγαζί, εγώ ακριβώς από πάνω. Το βράδυ κατά τις μία, άκουσα επίμονα μάλλον παρά έντονα τιτιβίσματα για αρκετή ώρα. Το έψαχναν;)
Κατέβασα τη γάτα.
Το σπουργίτι κατευθύνθηκε στα παιχνίδια. Πάλι στο ψηλότερο ράφι. Κάθισε πάνω στο κεφάλι μίας μικρής πάνινης αγελάδας. Ο φωτογράφος μέσα μου πρόλαβε να χαμογελάσει.
Προσπάθησα να διώξω την Πούδρα και το σπουργίτι ξαναπέταξε για να προσγειωθεί αυτή τη φορά πάνω στο κλαράκι της ορχιδέας. Ο φωτογράφος μέσα μου πρόλαβε να συγκινηθεί από το ταμπλό βιβάν στυλ ζαποναί και συνέλεξε άλλη μία φωτογραφία "ατράβηχτη".
Η Βιόλα, η άλλη γάτα διέσχισε το χώρο τιμώντας τη φύση του αιλουροειδούς, πήδηξε στο γραφείο και πήρε θέση σκόπευσης. Την άρπαξα, τίναξε τα πόδια της, έσπρωξε τη βάση του σελοτέιπ, μεταλλική και βαριά έπεσε στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου. Δεν πρόλαβα να πονέσω όσο ήθελα.
Το πουλί επιτέλους είδε το φως και κατευθύνθηκε στο "έξω", αλλά δυστυχώς χαμηλά. Η Πούδρα εμφανίστηκε από το πουθενά και το άρπαξε. Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτε, το πήρε κι έφυγε.
Επέστρεψε λίγο αργότερα, ξάπλωσε στην πόρτα, πλύθηκε και χουζούρεψε στον ήλιο. Εγώ έβαλα οξυζενέ στο μεγάλο δάχτυλο που αιμορραγούσε και έμοιαζε να έχει αυτονομηθεί από τον πόνο.
(Το νεαρό σπουργίτι είχε φωλιά δίπλα στο μαγαζί, εγώ ακριβώς από πάνω. Το βράδυ κατά τις μία, άκουσα επίμονα μάλλον παρά έντονα τιτιβίσματα για αρκετή ώρα. Το έψαχναν;)