Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

http://www.youtube.com/watch?v=xy3iPIsfA60&feature=related

Απέναντι στον Άλλον
Το καρδιοχτύπι
χωρίς αυτό τίποτα
Με αυτό, κίνδυνος.
Αποφάσεις.
Μικρά εγκλήματα.
Σπάνια μικρά ή μακρά θαύματα.
Περισπούνται.
Και υπεριψούται...

Μα είναι εντελώς σαν αυτά τα ριάλιτυ ανταγωνισμού φρίκης και αποκοτιάς.
Φαντάσου έναν τοίχο, μακρύ σαν δημόσιων ουρητηρίων (νομίζω δανείζομαι από ταινία του φίλτατου Φελίνι). Χωρίς τα ουρητήρια πάντως. Ζευγάρια οπών στους τοίχους, στο ύψος και το μέγεθος των χεριών, κάτω από ένα γείσο. Πας και βάζεις τα δικά σου σε μία στην τύχη. Ή για να είμαι ειλικρινής, πάω και βάζω τα δικά μου στις - για να είμαι ακριβής - τετράδες οπών. Που σημαίνει ότι τα χέρια μου τώρα πασπατεύουν μία άλλη ύπαρξη, της οποίας τα χέρια επίσης μπορούν να πασπατεύουν τη δική μου.
Στα τυφλά.
Τι αγγίζω, τι πιάνω, τι τραβάω; Προκαλώ ευχαρίστηση, ανακούφιση, πόνο; Τι κρύβεται; επιθυμία, ανάγκη, απειλή, κίνδυνος, ψέμα, αλήθεια, ενήλικας, παιδί; Είναι εφιάλτης ή όνειρο αυτό που προσπαθώ να κρατήσω; Πρόκειται ίσως να αποκτήσω απλώς άλλη μία συνήθεια ή άλλη μία πληγή;
Κάτω από το γείσο δεν βλέπω τα χέρια που αισθάνομαι. Γιατί είμαι εδώ; Πρόκειται για επιλογή; Είναι αυτός ο φυσικός μου χώρος; Έχει έξοδο; Κινδύνου ή απλή; Αναγνώριση προθέσεων; Ε, και να έχει, ένας μόνο δρόμος είναι στρωμένος με τις καλύτερες από αυτές.
Μία σκέψη με παρηγορεί για τα άγνωστα χέρια: ακόμα κι αν δεν μου κάνουν αυτό που θέλω να μου κάνουν-ναι, και παρ' όλο που δεν μπορώ να τα εμποδίσω, μπορώ να τα αρπάξω και να μην τα αφήνω να φύγουν... Δεν είναι η καλύτερη λύση, τέσσερα χέρια που διαφωνούν, τραβούν και τραβιούνται, αλλά να, βλέπω αρκετούς που το κάνουν αυτό. Κάποτε με τόση δύναμη που αν αποσυρόμενος από την άλλη πλευρά του τοίχου τα καταφέρει, το αντιλαμβάνομαι καθώς ο επιχειρών ως τούδε να συγκρατήσει σκάει πίσω και κάτω. Με δύναμη.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

στη λαδόκολλα


Η ζωή είναι ωραία, είμαι σίγουρη. Χωρίς να την έχω δει;
Δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου αλλά τα αναβάλλω, γιατί είναι ήδη τόσο καθυστερημένα. Είναι τα παιδικά μου δάκρυα και εγώ δεν είμαι πια παιδί.
Δεν έχει νόημα.
Γι' άλλη μία φορά, ...Βέντερς: so close, so faraway.
Η μεγάλη παρεξήγηση, η μεγάλη ψευδαίσθηση του "μαζί".
Είναι απλά ανέφικτο.
Ο μεγάλος συμβιβασμός.
Επιτρέπεις, αποδέχεσαι, ανέχεσαι μήπως και...
Μπας και... Μπα!
Και μετά έχεις εμπλακεί και μένει να ληφθούν αποφάσεις. Ε, λοιπόν, αρνούμαι.
Καμία απόφαση. Όλα, εκτός από τον καφέ μου, τα αποδέχομαι πλέον και ενυπόγραφα ως στιγμιαία. Μόνο και μόνο γι' αυτές τις μαγικές στιγμές, στις οποίες επ’ ουδενί δεν μπορείς να βασιστείς, αλλά κάλλιστα να βυθιστείς. Να απολαύσεις. Και για τίποτα άλλο.
Κι όπως λέει ο λαγός στο ανέκδοτο, "η καύλα είναι να μην τα πετύχεις" (για όσους το ξέρουν, από τους υπόλοιπους συγνώμη, δεν τα λέω καλά, ας ρωτήσετε τρίτους)

Αναδύομαι;

Και περνάει από το μυαλό μου ότι οι σχέσεις είναι δοχεία, μπολ. Μπωλ. Απαραίτητα στο νοικοκυριό της ψυχικής ζωής (έχεις κάτι να βάλω αυτό μέσα;)
Άλλοι θέλουν ένα, άλλοι δύο ή τρία ή κι εξάδες. Μικρά, μεγάλα, με σχέδια, του πάγκου ή με υπογραφή σχεδιαστή.
Άλλοι προτιμούν το πλαστικό που δεν σπάει και μπαίνει και στο φούρνο μικροκυμάτων, άλλοι φυσικά υλικά όπως ο πηλός (γη) ή το ξύλο κι άλλοι κρυστάλλινο για διαύγεια και ωραίο ήχο.
Μακρηγορώ.
Τα μπωλ είναι πρακτικά: βολεύουν, γεμίζουν, σερβίρουν, πλένονται και ξαναχρησιμοποιούνται αλλιώς.
Φθείρονται, σπάνε, κλέβονται.
Την τελευταία φορά που ψώνισα πάλι μπωλ, ήμουν πολύ ευχαριστημένη. Ένα μεταλλικό, λαμπερό και μανιτζέβελο κόκκινο δοχείο, μεγάλο για έναν και μικρό για δύο. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι μετά το δεύτερο πλύσιμο. Έφταιξα λίγο και εγώ ίσως, ήταν το έδεσμα σε εξαιρετικά υψηλή θερμοκρασία. Από την κουζίνα στην τραπεζαρία, η τροχιά μου σημειώθηκε στο πάτωμα από τη διαρροή της σούπας...
Κάτι επιτήδειοι καιροσκόποι, είχαν στα χέρια τους μία τεράστια παρτίδα σουρωτήρια, κοντέινερ από Κίνα, κοψοχρονιά. Τα έφεραν, αλλά δεν πουλούσαν. Έριξαν την τιμή, αλλά μάταια. Τα πιάνουν λοιπόν οι καλοί σου, με μία παχιά μπογιά, τα περνούν δύο χέρια και έρχονται και επικαλύπτονται οι τρύπες, τουλάχιστον προσωρινά, οπωσδήποτε καλύπτοντας το διάστημα μέχρι την απομάκρυνση από το ταμείο. Οι ασυνείδητοι...
Κι απέμεινε στραγγισμένη η μανέστρα, δυο καρότα κι μία ωραία ρίζα σέλινο.
Κι έστειλα τον άνθρωπο κάπου να φάει. Ζέστανα ένα κομμάτι πίτα χθεσινή να κακοφάω. Σε λαδόκολλα.