Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

στη λαδόκολλα


Η ζωή είναι ωραία, είμαι σίγουρη. Χωρίς να την έχω δει;
Δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου αλλά τα αναβάλλω, γιατί είναι ήδη τόσο καθυστερημένα. Είναι τα παιδικά μου δάκρυα και εγώ δεν είμαι πια παιδί.
Δεν έχει νόημα.
Γι' άλλη μία φορά, ...Βέντερς: so close, so faraway.
Η μεγάλη παρεξήγηση, η μεγάλη ψευδαίσθηση του "μαζί".
Είναι απλά ανέφικτο.
Ο μεγάλος συμβιβασμός.
Επιτρέπεις, αποδέχεσαι, ανέχεσαι μήπως και...
Μπας και... Μπα!
Και μετά έχεις εμπλακεί και μένει να ληφθούν αποφάσεις. Ε, λοιπόν, αρνούμαι.
Καμία απόφαση. Όλα, εκτός από τον καφέ μου, τα αποδέχομαι πλέον και ενυπόγραφα ως στιγμιαία. Μόνο και μόνο γι' αυτές τις μαγικές στιγμές, στις οποίες επ’ ουδενί δεν μπορείς να βασιστείς, αλλά κάλλιστα να βυθιστείς. Να απολαύσεις. Και για τίποτα άλλο.
Κι όπως λέει ο λαγός στο ανέκδοτο, "η καύλα είναι να μην τα πετύχεις" (για όσους το ξέρουν, από τους υπόλοιπους συγνώμη, δεν τα λέω καλά, ας ρωτήσετε τρίτους)

Αναδύομαι;

Και περνάει από το μυαλό μου ότι οι σχέσεις είναι δοχεία, μπολ. Μπωλ. Απαραίτητα στο νοικοκυριό της ψυχικής ζωής (έχεις κάτι να βάλω αυτό μέσα;)
Άλλοι θέλουν ένα, άλλοι δύο ή τρία ή κι εξάδες. Μικρά, μεγάλα, με σχέδια, του πάγκου ή με υπογραφή σχεδιαστή.
Άλλοι προτιμούν το πλαστικό που δεν σπάει και μπαίνει και στο φούρνο μικροκυμάτων, άλλοι φυσικά υλικά όπως ο πηλός (γη) ή το ξύλο κι άλλοι κρυστάλλινο για διαύγεια και ωραίο ήχο.
Μακρηγορώ.
Τα μπωλ είναι πρακτικά: βολεύουν, γεμίζουν, σερβίρουν, πλένονται και ξαναχρησιμοποιούνται αλλιώς.
Φθείρονται, σπάνε, κλέβονται.
Την τελευταία φορά που ψώνισα πάλι μπωλ, ήμουν πολύ ευχαριστημένη. Ένα μεταλλικό, λαμπερό και μανιτζέβελο κόκκινο δοχείο, μεγάλο για έναν και μικρό για δύο. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι μετά το δεύτερο πλύσιμο. Έφταιξα λίγο και εγώ ίσως, ήταν το έδεσμα σε εξαιρετικά υψηλή θερμοκρασία. Από την κουζίνα στην τραπεζαρία, η τροχιά μου σημειώθηκε στο πάτωμα από τη διαρροή της σούπας...
Κάτι επιτήδειοι καιροσκόποι, είχαν στα χέρια τους μία τεράστια παρτίδα σουρωτήρια, κοντέινερ από Κίνα, κοψοχρονιά. Τα έφεραν, αλλά δεν πουλούσαν. Έριξαν την τιμή, αλλά μάταια. Τα πιάνουν λοιπόν οι καλοί σου, με μία παχιά μπογιά, τα περνούν δύο χέρια και έρχονται και επικαλύπτονται οι τρύπες, τουλάχιστον προσωρινά, οπωσδήποτε καλύπτοντας το διάστημα μέχρι την απομάκρυνση από το ταμείο. Οι ασυνείδητοι...
Κι απέμεινε στραγγισμένη η μανέστρα, δυο καρότα κι μία ωραία ρίζα σέλινο.
Κι έστειλα τον άνθρωπο κάπου να φάει. Ζέστανα ένα κομμάτι πίτα χθεσινή να κακοφάω. Σε λαδόκολλα.